|
|
|
|
|
Μόναχο, ένα υγρό απόγευμα σε ένα σιδηροδρομικό σταθμό. Ο κύριος Βασίλης Τσάπας, χρόνια τώρα μετανάστης στη Γερμανία, επιστρέφει στην πατρίδα, αφού έχει αποκτήσει μεγάλη περιουσία με σκληρή δουλειά. Ο σταθμός είναι σχεδόν άδειος και ο Βασίλης βαδίζει πάνω-κάτω αναμένοντας.
Σε μια στιγμή, το μάτι του αντιλαμβάνεται ένα ορθογώνιο κουτί, περίπου δύο μέτρα σε ύψος, ένα μέτρο πλάτος και άλλο τόσο βάθος (κάτι σαν αυτόματο πωλητή της pepsi), με πολλά λαμπιόνια, μια φωτεινή πινακίδα με scrolling message, μια σχισμή και ένα φαρδύ κόκκινο κουμπί. Το μήνυμα που κυλούσε στην πινακίδα έλεγε: "Η μηχανή που γνωρίζει τα πάντα. Ρίξτε συνολικά δύο μάρκα σε κέρματα στη σχισμή και πατήστε το φαρδύ, κόκκινο κουμπί."
Παραξενεύτηκε ο Βασίλης, του περίσσευαν και μερικά μάρκα, στην πατρίδα του γυρνούσε, το τρένο δεν θα ερχότανε για δέκα λεπτά ακόμη, έριξε το αντίστοιχο των δύο μάρκων στη σχισμή και πάτησε το κουμπί. Το φωτεινό μήνυμα έσβησε, μετά ξανάναψε δείνοντας περίεργα ακατανόητα σχήματα, ξαναέσβησε, περίεργοι ήχοι ακούστηκαν, και τελικά το εξής μήνυμα άρχισε να κυλάει στον πίνακα (στα γερμανικά, πάντα):
"Είσαι ο Βασίλης Τσάπας, μετανάστης από την Ελλάδα, που πέρασες δεκαπέντε χρόνια δουλεύοντας σκληρά στο Μόναχο. Έχεις γυναίκα και δύο παιδιά στη Θεσσαλονίκη και περιμένεις το τρένο των 19:00 για να γυρίσεις σπίτι σου."
Ο Βασίλης κοκκάλωσε. Ανάπνευσε, κούνησε το κεφάλι του δεξιά και αριστερά, έβγαλε τα γυαλιά του, τα έτριψε, ψυχοψάχτηκε, ανέλυσε, αλλά η απορία του έμεινε: Πως είναι δυνατόν μία μηχανή στο σιδηροδρομικό σταθμό του Μονάχου να ξέρει τα πάντα για αυτόν;
|
|
|
|
|
|
|
|
|
Έχουν περάσει τα μεσάνυκτα και 2 τύποι μιλάνε μεγαλόφωνα έξω από κάποιο
σπίτι σε μια φτωχογειτονιά. Οι φωνές τους όμως ενοχλούνε τον ένοικο του
σπιτιού, ο οποίος βγαίνει στο παράθυρο και τους λέει να πάνε πιο μακριά
γιατί με τις φωνές τους δεν μπορεί να κοιμηθεί και το πρωί πρέπει να
ξυπνήσει χαράματα για να πάει στη δουλειά του.
-Μάλιστα κύριε έχετε δίκαιο του απαντάνε!
Ο άνθρωπος κλείνει το παράθυρο αλλά αυτοί μένουν εκεί και συνεχίζουν να
μιλάνε δυνατά. Το παράθυρο μετά από λίγο ξανανοίγει κι αυτή τη φορά ο
|
|
|
|
|
|
|
|
|
Mιά νεόπλουτη Ελληνο-Αμερικάνα έρχεται για διακοπές σε κάποιο ελληνικό νησί και κάποιο πρωινό αποφασίζει να βγει για να ψωνίσει μερικά φρούτα. Μπαίνει στο μαγαζί του μανάβη και με προφορά του λέει:
-Hi! Παρακαλόου ένα κιλό μήλα.
Ο μανάβης βάζει τα μήλα σε μια σακούλα και της τα δίνει. Μόλις εκείνη τα βλέπει λέει:
-Oh my God! τι μικρά μήλα που είναι... Στο Αμέρικα εμείς έχουμε κάτι μήλα, τόοοοοοσο μεγάλα. Δεν τα θέλω. I dont want them! Βάλε μπανάνες σε παρακαλόου.
Χωρίς να μιλήσει ο μανάβης, αφήνει τα μήλα και βάζει μερικές μπανάνες. Οταν τις βλέπει, το σκηνικό επαναλαμβάνεται:
-Τς, τς, τς... Τι μπανάνες είναι αυτές, τόσο μικρές. Εμείς στο Αμέρικα, έχουμε κάτι μπανάνες so big. Ι dont want. Βάλε σε παρακαλόου, μερικές φράουλες.
Ο μανάβης έχει αρχίσει και ανεβάζει πίεση αλλά ο πελάτης έχει πάντα δίκιο και αποφασίζει να της βάλει φράουλες.
-Α πα, πα... Τι μικρές φράουλες. Στο Αμέρικα υπάρχουν κάτι strawberries τεράστιες. Δεν θέλω, βάλε κεράσια.
Ο μανάβης μετά βίας κρατιέται να μην της τα βάλει έμπλαστρο.
-Jesus! Τι κερασάκια είναι αυτά!!! Τόσο μικρά.. Μα πώς τα τρώτε εσείς εδώ τόσο μικρά που είναι; Δεν τα θέλω.
Την ώρα που τα λέει αυτά, ταυτόχρονα, κοιτάει ένα γύρο στο μαγαζί για να δει τι θα είναι αυτό που θα ζητήσει μετά. Βλέπει τα καρπούζια.
|
|
|
|
|
|
|
|
|
Στον ιερέα Πασχάλη είχαν οργανώσει δείπνο αποχαιρετισμού για να εορτάσουν τα 25 χρόνια ιερωσύνης του στην εκκλησία της συνοικίας.
Ένας βουλευτής, μέλος της κοινότητας, είχε προσκληθεί για να δώσει προς τιμήν του ιερέα έναν σύντομο ιστορικό λόγο για την ιερατική διαδρομή του.
Επειδή ο βουλευτής καθυστερούσε, ο ιερέας απεφάσισε να πεί λίγες κουβέντες ώστε να καλύψει τον κενό χρόνο της καθυστερήσεως.
- Η πρώτη μου εικόνα/εντύπωση για το εκκλησιαστικό κοινό υπήρξε κατά την πρώτη εξομολόγηση που έτυχε να ακούσω. Σκέφθηκα ότι με είχε στείλει ο Επίσκοπος σε ένα χώρο φοβερό, μια και το πρώτο πρόσωπο, που μου εξομολογήθηκε, μου είπε ότι είχε κλέψει μία τηλεόραση, οτι είχε ληστεύσει τους γονείς του, ότι είχε ληστεύσει επίσης την επιχείρηση όπου εργαζόταν, και επιπλέον ότι είχε σεξουαλικές σχέσεις με την γυναίκα του εργοδότη του. Επίσης, μερικές φορές έκανε λαθρεμπόριο και εμπόριο ναρκωτικών. Και τελειώνοντας, εξομολογήθηkε ότι είχε μεταδοσει μία σεξουαλική ασθένεια στην αδελφή του.
Έμεινα κατάπληκτος, σκανδαλίσθηκα και καταφοβήθηκα. Αλλά, με το πέρασμα του χρόνου, εγνώρισα περισσότερα πράγματα για τον κόσμο της ενορίας και διαπίστωσα ότι δεν ήσαν όλοι ίδιοι, είδα μία συνοικία γεμάτη με υπεύθυνο κόσμο, με ηθικές αξίες, και γεμάτο πίστη στον Θεό.Και έτσι έχω ζήσει 25 χρόνια, τα πιο θαυμάσια της ιερωσύνης μου.
|
|
|
|
|
|
|
|
|
Όταν πέθανε η Μητέρα Τερέζα και πήγε στον Παράδεισο,τη βλέπει ο Αγιος Πέτρος και μετά τα σχετικά διαπιστευτήρια αναγνωρίζει το έργο της και της λέει:
- Εσύ δεν θα είσαι απλώς στον Παράδεισο αλλά θα φοράς και αυτό το αστεράκι στο μέτωπο ως αναγνώριση από όλους πως ήσουν μία αγία.
Χαρούμενη η Μητέρα Τερέζα που, έστω και, μετά θάνατον αναγνωρίστηκε το έργο της αρχίζει να περιδιαβαίνει στις οδούς τους Παραδείσου τραβώντας τα βλέμματα όσων την βλέπουν. Ξαφνικά, σε ένα δρόμο βλέπει μία ψηλή ξανθιά κοπέλα με ένα πελώριο αστέρι στο μέτωπο.
- Ωωωω, τι να έκανε αυτή άραγε, αναρωτιέται. Μα ποιά είναι;
|
|
|
|
|
|
|
|
|
Κάποτε σε ένα χωριό ήταν ένας Ιερέας. Κάθε Παρασκευή ήταν το μυστήριο της εξομολόγησης. Κάθε φορά πήγαιναν οι γυναίκες του χωριού και του έλεγαν:
- Πάτερ, απάτησα τον άντρα μου 2- 3 - 5 - 10 φορές...
Ο παπάς είχε αρχίσει να τα παίρνει. Έτσι αποφάσισε και τους είπε:
- Όταν απατάτε τους άντρες σας θα λέτε: "γλίστρησα", και θα εννοούμε: προχώραγα στο δρόμο, "γλίστρησα" μπροστά στα πόδια ενός άντρα, και ότι ήταν πρόκυψε...
Όπως και έγινε.
Πήγαιναν οι γυναίκες και έλεγαν:
- Πάτερ, "γλίστρησα" 5 φορές, ή 10 φορές, ή 20 φορές...
Κάποια στιγμή ήρθε και το καλοκαίρι, και ο παπάς πήρε την αδειά του. Όμως ξέχασε να ενημερώσει τον αντικαταστάτη του για το "γλίστρημα". Παίρνει τηλέφωνο τον πρόεδρο του χωριού και τον ενημερώνει για να το πει στον καινούργιο παπά. Ο πρόεδρος όμως το ξεχνάει.
Έτσι κάθε Παρασκευή στη Θεία εξομολόγηση πήγαιναν οι γυναίκες και έλεγαν πόσες φορές είχαν γλιστρήσει μέσα στην εβδομάδα. Ο παπάς που δεν καταλάβαινε τους έλεγε να προσέχουν και τους έδινε συμβουλές όπως για παράδειγμα να φοράνε καλύτερα παπούτσια κλπ...
|
|
|
|
|
|
|
|
|
Μέχρι κι ο Θεός αγανάκτησε με την ανθρώπινη πλεονεξία, την ασυδοσία και την περιβαλλοντική καταστροφή:
- Αυτό το αναθεματισμένο είδος που κυριάρχησε, για τον πλανήτη Γη αποτελεί πλέον μεγάλη απειλή. Πρέπει να εξαφανιστεί!
Στέλνει τα Χερουβείμ και τα Σεραφείμ να φέρουν κοντά του τρεις ηγέτες αυτού του μικρού πλανήτη που με τόση στοργή έφτιαξε, κι εκείνοι οι αχάριστοι κοντεύουν να τον αφανίσουν. Τον πρόεδρο Μπους, τον Φιντέλ Κάστρο -τον ζωντανό θρύλο των σοσιαλιστικών επαναστάσεων-, και τον Γιώργο Παπανδρέου.
- ΤΕΛΕΙΩΣΑΝ τα ψέματα! τους λέει ο Ύψιστος και γυαλίζει το μάτι του. Σας έδωσα μια ευκαιρία τότε, με τον κατακλυσμό του Νώε και δεν την εκτιμήσατε. Τώρα πια είναι αργά... Σ' ένα μήνα θα καταστρέψω τη Γη! Αποφάσισα ότι το ανθρώπινο είδος είναι επικίνδυνο και πρέπει να εξαφανιστεί. Κι ύστερα θα ξαναρχίσει πάλι με αρμονία η ζωή απ' την αρχή. Γυρίστε πίσω και ενημερώστε τους ανθρώπους για την απόφασή μου αυτή.
Έντρομοι οι ηγέτες επιστρέφουν απ' τον Παράδεισο στη Γη.
|
|
|
|
|
|
|
|
|
Ένας νέος τελειώνει το Λύκειο και δεν έχει καθόλου όρεξη για
Πανεπιστήμιο. Ο πατέρας του νέου, πλούσιος πολιτικός με μεγάλη δύναμη στην κυβέρνηση, απειλεί τον γιο του:
- Δεν θέλεις να σπουδάσεις ρε τεμπελόσκυλο; Λοιπόν εγώ δεν συντηρώ κοπρίτες, γι'αυτό και θα δουλέψεις, κατάλαβες;
Έχοντας την ισχυρή οικονομική και πολιτική θέση ο πατέρας κινεί τα νήματα για να βρει μία θέση στον γιο του.
Πάει στον Παπακωνσταντίνου τον υπουργό.
- Παπακωνσταντίνου, θυμάσαι τον γιο μου; Λοιπόν, τέλειωσε το λύκειο και ο τεμπέλης δεν θέλει να σπουδάσει. Θα μπορούσες να του βρεις μια θέση να αρχίσει να δουλεύει, μήπως εν τω μεταξύ βρει το δρόμο του και αποφασίσει να σπουδάσει; Το θέμα είναι να βρεθεί κάτι που θα τον κάνει να δουλέψει σκληρά, να μήν κάθεται και τα ξύνει, κατάλαβες;
Μερικές μέρες αργότερα ο Παπακωσταντίνου τον παίρνει τηλέφωνο:
- Έτοιμη η δουλειά για τον γιο σου. Δεξί χέρι του Προέδρου της Δημοκρατίας και 20.000 ευρώ το μήνα, τέλεια έτσι;
|
|
|
|
|
|
|
|
|
Προς την αγαπητή μου σύζυγο
Κατά την διάρκεια του προηγούμενου χρόνου, προσπάθησα να κάνω έρωτα μαζί σου 365 φορές. Επέτυχα 36 φορές, το οποίο είναι ένας μέσος όρος, μία φορά ανά δέκα μέρες. Η παρακάτω είναι μια λίστα των λόγων για τους οποίους δεν τα κατάφερα πιο συχνά:
Θα ξυπνήσουμε τα παιδιά 17 φορές
Είναι πολύ αργά 15 φορές
Είμαι πολύ κουρασμένη5 φορές
Είναι πολύ νωρίς 52 φορές
Κάνει πολύ ζέστη 15 φορές
Προσποιούμενη ότι κοιμάσαι 49 φορές
Ανοιχτό παράθυρο, ακούν οι γείτονες 9 φορές
Πόνοι μέσης 2 φορές
Πονοκέφαλος16 φορές
Κάψιμο από ηλιοθεραπεία 10 φορές
|
|
|
|
|
|
|
|
|
Στην κεντρική πλατεία ενός χωριού ήταν δύο αγάλματα. Ένα αντρικό και ένα γυναικείο.
Επειδή λοιπόν τα αγάλματα αυτά ήταν πολύ αγαθά και θεοσεβούμενα, μια μέρα ο Θεός έστειλε έναν άγγελο να τους πραγματοποιήσει μια ευχή. Αυτά απο κοινού αποφασίσαν ότι θα ήθελαν μισή ώρα μόνα τους, ύστερα από αιώνες απόλυτης ακινησίας.
Κοιτάχτηκαν ντροπαλά στα μάτια και προχωρήσαν προς κάτι θάμνους.
|
|
|
|
|
|
|